
Τις μέρες των παλιών καιρών, όταν ο άνθρωπος μάθαινε πρώτα να περπατάει και μετά να τρέχει, την μέρα ακολουθούσε νύχτα με σκοτάδι μαύρο σαν πίσσα και απέραντη σιωπή, και ύστερα του χειμώνα ερχόταν άνοιξη, καλοκαίρι και τέλος το φθινόπωρο, όταν το γέλιο ήταν χαρά και το κλάμα θρήνος, γεννήθηκαν δυο αδερφές. Την μια την λέγανε Ψυχή και την άλλη Ελπίδα. Μάνα τους είχανε την Ζωή Και Πατέρα τους τον Θάνατο. Αθάνατοι γονείς...αθάνατα και τα παιδιά τους. Από μικρές ήταν αχώριστες και γι' αυτό πολλοί που είχαν ακούσει για αυτές, πίστευαν ότι ήταν μια ύπαρξη. Και έτσι όπως φαίνονταν από μακρυά μοιάζανε σαν ένα. Γιατί η Ελπίδα είχε τεράστια δυνατά πόδια, για να μην κουράζεται όταν περπατάει και η Ελπίδα είχε πελώριες πλάτες και στιβαρά χέρια γα να σηκώνει κάθε είδους βάρη.
Τους άρεσε να κάνουν συνέχεια ταξίδια.Η Ελπίδα έβαζε την Ψυχή να κάτσει "τσοτσοκα" (καβαλίκα, καγκαλίκα, καλικούτσα, ή όπως αλλιώς το λέτε, κοινός στους ώμους) και αρχίζανε τις περιπλανήσεις. Όταν κουραζόταν η Ελπίδα, η Ψυχή κατέβαινε στο έδαφος ώστε η Ελπίδα να ξεκουραστεί στην πλάτη της.Και ύστερα συνέχιζαν.....
Από όπου περνούσαν σκόρπιζαν την ευτυχία και την μακροζωία. Χωριά και πόλεις, νησιά και ολόκληρες ηπείρους τα γύριζαν παραπάνω από μια φορά των χρόνο...........
Αν υπήρχε ανάγκη και ζήτηση για τα χαρίσματα τους ένα κόκκινο αστέρι φώτιζε τα βράδια πάνω από εκείνη τη γη, ενώ το πρωί ο ουρανός ήταν μουντός και γκρι. Και αυτή ήταν η πυξίδα των δυο αδελφάδων που από χιλιόμετρα μακρυά έβλεπαν τα σημάδια και χάραζαν πορεία, χωρίς να τους νοιάζει η απόσταση. Όσο πιο κόκκινο το αστέρι ή σκοτεινός ο καιρός τόσο πιο γρήγορα περπατούσε η Ελπίδα, να φτάσουν έγκαιρα πριν πάρει το χρώμα του αίματος το αστέρι και πριν γίνει μαύρη η μέρα. Και τα κατάφερναν καλά για αρκετούς αιώνες.
Από μακρύα οι αδερφές έμοιαζαν σαν ένα, με τα πελώρια χέρια και πόδια, η μια πάνω στην άλλη . Και μόνο από μακρύα τις είχαν δει οι άνθρωποι,και αυτοί λίγοι, εκείνοι που τις χρειαζόντουσαν πραγματικά και τις αναζητούσαν. Γιατί για τα ανθρώπινα μέτρα οι Αδερφές έμοιαζαν με τέρατα που από κοντά θα τρόμαζαν μέχρι θανάτου και των πιο ανοιχτόμυαλο άνθρωπο. Γνωρίζοντας το αυτό, όταν η Ψυχή και η Ελπίδα κόντευαν στα χωριά και τις πόλεις, παίρναν μορφή ανθρώπου, πότε ανδρών και πότε γυναικών, και χάνονταν μέσα στο πλήθος. Ανώνυμα και αθόρυβα επιτελούσαν το έργο τους χωρίς να αποζητούν δάφνες και τρόπαια, δόξα και πανηγυρισμούς. Και ήταν τόσες πολλές οι ανθρώπινες μορφές που άλλαζαν, ανάλογα το τι χρειαζόταν δει ο πάσχων για να νιώσει άνεση, και γι' αυτό ο καθένας τις περιέγραφε διαφορετικά. Έτσι οι περισσότεροι πίστευαν ότι οι άλλοι δεν τις είχαν γνωρίσει και μόνο οι ίδιοι τους είχαν έρθει σε επαφή με αυτές. Και άλλοι που δεν είχαν βοηθηθεί γιατί δεν είχε ακόμα χρειαστεί, ακούγοντας τις μπερδεμένες ιστορίες δυσπιστούσαν και έλεγαν πως δεν υπάρχουν και ότι είναι όλα παραμύθια.
Τις αδερφές όμως δεν τις ένοιαζαν οι υστεροφημίες ή οι ανακρίβειες. Το μόνο, ήταν να βοηθάνε και να σκορπίζουν χαρά και ευημερία στον κόσμο. Όταν τέλειωναν το έργο τους για πολύ καιρό μετά ο ουρανός έμενε καταγάλανος και το βράδυ τα αστέρια λαμποκοπούσαν άσπρα σαν διαμάντια.Και μόνο μετά το πέρας των αδερφάδων ο κόσμος καταλάβαινε ότι είχαν ευλογηθεί με την επίσκεψη τους, ώστε μέχρι να το καταλάβουν αυτές είχαν γίνει καπνός για άλλα μέρη όπου τους χρειαζόντουσαν........... Και επειδή η ζωή συνεχίζονταν κανείς δεν ασχολιόταν να κάνει μια δέηση προς τιμήν τους. Όχι πως οι η Ψυχή και η Ελπίδα νοιαζόντουσαν, αλλά οι μνημόνευσις στο κάτω κάτω γίνεται για τους ανθρώπους για να μην ξεχνάνε αυτά που ζήσανε και τους δόθηκαν απλόχερα.
Η Ψυχή και η Ελπίδα είχαν και άλλα αδέρφια όχι όλα καλόψυχα όσο αυτές. Είχαν άλλες 7 αδερφές που τις φώναζαν ομαδικά Αμαρτίες γιατί και αυτές σαν την Ψυχή και την Ελπίδα γεννήθηκαν μαζί και πήγαιναν παρεάκι. Πλάσματα πανέμορφα που ακόμα και όταν βρίσκονταν μεταξύ άλλων αθανάτων διατηρούσαν την ανθρώπινη αψεγάδιαστη εικόνα τους. Πλάσματα μοχθηρά και απαίσια στο χαρακτήρα, ταξιδιάρικα και αυτά, που όπου πήγαιναν σκόρπισαν την απόγνωση και την τρέλα. Ήταν αυτές άλλωστε που από τις άνομες πράξεις τους στους ανθρώπους έκαναν τα αστέρια να κοκκινίζουν από την ντροπή τους και τον ουρανό να κλείνει τα γαλανά μάτια του, από την αποστροφή του. Από νωρίς οι δίδυμες και οι 7-δυμες ήταν σε κόντρα αλλά οι γονείς τους σαν καλοί γονείς που ήταν, τους εξήγησαν ότι πάνω από όλα μοιράζονται το ίδιο αίμα και αν κάποια έκανε κακό σε μια άλλη θα ήταν σαν να έκανε ζημιά στον ίδιο της τον εαυτό.
Για 30 μέρες το χρόνο όλες οι αδερφάδες σταματούσαν τα έργα και τα ταξίδια και γυρνούσαν στο τόπο που γεννήθηκαν, στο κέντρο της γης όπου ζούσαν οι Αιώνιοι βασιλιάδες,δηλαδή οι γονείς τους, παρέα με άλλους μικρότερους αθανάτους, συγγενείς πού είχαν τελειώσει το ρόλο τους στην επιδερμίδα της γης, και τώρα πια ξεκουράζονταν μέχρι το τέλος του χρόνου. Εκεί επέστρεφαν οι 9 αδερφές φέρνοντας ιστορίες από τον πάνω κόσμο αλλά και νέα για να θυμούνται και να νοσταλγούν οι παλαιότεροι αλλά και για να ζητήσουν συμβουλές από τους έμπειρους προγόνους της. 30 μέρες τρώγανε, πίνανε και κοιμόντουσαν.Άλλοτε γελούσανε, άλλοτε κλαίγανε και που και που μάλωναν για χαζομάρες προκαλώντας αναταράξεις που φτάναμε μέχρι πάνω σε μας. Με το κλείσιμο του μήνα όλο το σόι έκλαιγε μαζί για τον επικείμενο αποχωρισμό, δίνονταν υποσχέσεις για του χρόνου. Λίγο πριν ξεκινήσουν οι Γονείς των αδερφάδων κατέβαιναν από τους Θρόνους τους και αγκάλιαζαν τα παιδιά τους δινοντας την ευχή τους.............
......Τα χρόνια κυλούσαν γρήγορα, κάνοντας τους αιώνες να μοιάζουν προβατάκια που μετράει κάποιος με αϋπνίες. Οι άνθρωποι άρχισαν σιγά να συγκεντρώνονται μαζικά στις πόλεις παρατώντας τις μικρές κοινωνίες. Το έργο για τις 2 αδερφές δυσχέραινε. Γιατί μένανε πιο πολύ καιρό σε ένα μέρος μέχρι να βοηθήσουν τους πάσχοντες και ύστερα έπρεπε να διανύσουν μεγαλύτερη απόσταση μέχρι να φτάσουν στην επόμενη μεγαλούπολη. Και χωρίς στάσεις για ξεκούραση για να προλάβουν πριν η κατάσταση γίνει ανυπόφορη.
Οι άνθρωποι στις πόλεις έβλεπαν τους γύρω τους που ήταν τόσοι πολλοί, με τόσα πολλά διαφορετικά θέλω, και άρχισαν να μπερδεύονται. Πίστεψαν πως αυτό που έκανε ευτυχισμένο τον διπλανό τους θα τους έκανε και αυτούς να χαρούν, και επιζητούσαν το ίδιο. Και όσους πιο πολλούς ανθρώπους γνώριζαν τόσο πιο πολλά γινόντουσαν τα θέλω τους. Δεν τους ένοιαζε που σπαταλούσαν το χρόνο τους στο να μοχθούν για το μέλλον χάνοντας έτσι την ευκαιρία να ζουν το παρόν ούτε που δεν σταματούσαν για έστω ένα μικρό διάστημα να ξαποστάσουν.
Τα αστέρια πάνω από τις πόλεις άρχισαν να γίνονται πιο φωτεινά κόκκινα και ο ουρανός έχασε σταδιακά το γαλάζιο του χρώμα. Η Ψυχή και η Ελπίδα σύντομα κατάλαβαν ότι δεν υπήρχε περίπτωση να προλάβουν να πάνε σε όλα αυτά τα μέρη και να βοηθήσουν το κόσμο, πόσο μάλιστα να επιστρέψουν κάποια στιγμή σύντομα σε αυτά σε περίπτωση ανάγκης.Συνέχιζαν όμως να κάνουν το καλύτερο που μπορούσαν.
...............Οι μέρες των διακοπών πλησίαζαν και η Ψυχή και η Ελπίδα το χρειαζόντουσαν όσο ποτέ. Τα πόδια της Ψυχής είχα βγάλει κάλους και είχανε στραβώσει από την πεζοπορία. Τα χέρια της Ελπίδας είχανε γεμίσει ρόζους και η πλάτης της είχε σκεβρώσει από το σκύβει και να βοηθάει τους εκατομμύρια απεγνωσμένους ανθρώπους. Όταν φτάσανε επιτέλους στο κέντρο της γης το τραπέζι ήταν ήδη στρωμένο με τα καλύτερα εδέσματα και όλο το σόι τις περίμενε ώστε να αρχίσει το μεγάλο φαγοπότι. Ήταν εκεί να οι 7-δυμες, πιο όμορφες από ποτέ. Πλουμιστά ρούχα, και σφυρήλατα χειροποίητα κοσμήματα από πάνω μέχρι κάτω. Και πιο νέες και λαμπερές από ποτέ. Τα τελευταία χρόνια τα πράγματα πήγαιναν όλο και καλύτερα γι' αυτές. Οι δίδυμες μπήκαν στην μεγάλη τραπεζαρία, χαιρέτησαν το πλήθος των αθανάτων, ζήτησαν συγγνώμη, κάναν μεταβολή και κατευθύνθηκαν στα διαμερίσματα τους. 10 μέρες κοιμόντουσαν συνεχόμενα, και δεν σηκώθηκαν για κανένα λόγο. Την 11η και την 12η έκλαιγαν με λυγμούς για την κατάντια τους και την ανικανότητα τους. Την 13η κίνησαν για την τραπεζαρία. Οι γονείς τους βλέποντας τα μαύρα χάλια τους σηκώθηκαν από τους θρόνους τους, τις έβαλα να καθίσουν στην άκρη του τραπεζιού και τις σέρβιραν με τα ίδια τους τα χέρια. Η Ψυχή και η Ελπίδα άρπαξαν τα χέρια των γονέων τους και άρχισαν να τα φιλάνε με μανία καθώς πηχτά καυτά δάκρυα κυλούσαν ασταμάτητα από τα μάτια τους. Όταν ηρέμησαν μετά από λίγο, άρχισαν να τρώνε με τα μανία ότι έβρισκαν μπροστά τους. Είχα να φάνε περίπου ένα χρόνο. Τα σάλια τους τρέχανε ασταμάτητα, καθώς κατασπάραξαν ότι βρίσκαν σε ακτίνα χειρός. Κανείς δεν μίλησε, ούτε κορόιδεψε. Μόνο οι 7-δυμες μειδίασαν για λίγα δευτερόλεπτα ώσπου τους το έκοψε μια και καλή το γέλιο ο πατέρας τους, με μια δολοφονική ματιά.
Τώρα είχαν φάει και είχαν πιει.Τώρα είχαν ηρεμήσει λίγο. Κοίταξαν τον πατέρα στα μάτια και άρχισαν να εξιστορούν τα βάσανα τους και τις κακουχίες που πέρασαν. Οι παλιότεροι που είχαν ξεσυνηθίσει εδώ και χιλιετίες τα βάσανα του πάνω κόσμου, ακούγοντας τες έφριξαν. Έπρεπε να δοθεί μια λύση. Εκείνη της στιγμή άρχισαν να παραπονιούνται και οι Αμαρτίες....αλλά κανείς δεν τις έδωσε σημασία,και μείναν να μιλάνε μεταξύ τους και να μυξοκλαίνε.
Το μόνο που είπε ο πατέρας ήταν " Μέχρι να φύγετε από δω να έχετε φάει για 1000 αιώνες και ξεκουραστείτε όσο για ένα χρόνο".............
....Το τέλος των ημερών της παύσης πλησίασε και ακόμα δεν είχε βρεθεί κάποια εφικτή λύση. Η Ψυχή και η Ελπίδα άρχισαν να το παίρνουν απόφαση ότι αυτή η χρονιά θα είναι η χειρότερη από όλες.Συν όλων των άλλων κακων ήρθε να προστεθεί και η απόφαση των 7-δυμων που φανερά προσβεβλημένες από την απαράδεκτη συμπεριφορά των υπολοίπων απέναντι τους και την ευμενή μεταχείριση των διδύμων, ανακοίνωσαν πως ήταν η τελευταία φορά που κάναν διακοπές και κατέβαιναν στο κέντρο της γης. Από δω και στο εξής θα "δούλευαν" 365 μέρες τον χρόνο ασταμάτητα. Άλλωστε τις τελευταίες 10ετιες οι δουλειές πήγαν τόσο καλά που χτίσανε τα καλύτερα παλάτια σε όλες τις γωνιές τις γης και είχαν πια την δυνατότητα να ξεκουράζονται όταν και όπου αυτές διάλεγαν. .
Μετά το μεσημεριανό φαγητό, η Ψυχή και η Ελπίδα πελαγωμένες κίνησαν για τον δρόμο της επιστροφής. Τις έπιασε τότε η ψωροπερηφάνια, συγκράτησαν τα δάκρυα τους και "φόρεσαν" το καλύτερο τους χαμόγελο. Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία των πραγμάτων που η Ψυχή και η Ελπίδα, υποκρίθηκαν και δεν έδειξαν αυτό που πραγματικά ήταν. Χαιρέτησαν όλο το σόι με ευλάβεια, αντάλλαξαν υποσχέσεις για του χρόνου και ευχές και αγκάλιασαν τους γονείς που είχαν κατέβει ήδη από το θρόνο. Μια σφιχτή αγκαλιά στον καθένα θαρρείς πως δεν θα τους ξαναέβλεπαν ποτέ. Ο πατέρας τότε, πήρε της κόρες από το χέρι, αλα μπρατσετα, και τις συνόδευσε στην κεντρική Πύλη. Στο δρόμο τους είπε " Από δω τώρα φεύγετε παχιές και ξεκούραστες. Να μην στεναχωριέστε για τον πόνο που θα βρείτε από δω και μπρος. Να πάτε σε όλα τα μέρη της γης από μια φορά. Κοντευοντας στην πόλη όμως όταν θα παίρνετε μορφή ανθρώπου θα διαλέγετε αυτή που είναι πιο κοντά στην πραγματική σας. Γέρικη, δύσοσμη και αποκρουστική για τους ανθρώπους. Αυτή την φορά θα ζητάτε εσείς την βοήθεια τους. Όποιοι αποφασίζουν να σας βοηθήσουν και να σας φροντίσουν, θα τους χαρίζεις ένα κομμάτι από την σάρκα σου, Ψυχή. Αυτή θα γίνει και η ψυχή τους που όσοι την αποχτήσουν θα ζήσουν μια ζωή χαρισάμενη και μεγάλη". Η Ελπίδα τότε είπε " Και εγώ τι θα κάνω, ποιος είναι ο ρόλος μου?" . " Εσένα ο ρόλος σου θα έρθει αργότερα, το μόνο που θα κάνεις για την ώρα είναι να βοηθάς της αδερφή σου να υποφέρει τους πόνους καθώς θα ξεριζώνει τα κομμάτια από την σάρκα της. Το ρόλο σου θα τον ανακαλύψεις μόνη σου, όταν έρθει ο καιρός"... Και συνέχισε... " Μια φορά σε κάθε μέρος, και δεν θα μένετε για πολύ. Μην περιμένετε να ασπρίσουν τα άστρα και να γίνει γαλάζιος ο ουρανός. Αυτό το παιχνίδι είναι χαμένο πια. Φύγετε τώρα και σας υπόσχομαι πως σύντομα θα επιστρέψετε κοντά μας αυτή τη φορά χαρούμενες όσο ποτέ."
..............................
............................................................................................................................................
Και έτσι ξεκίνησε ο ξεριζωμός της Ψυχής και τα βάσανα της Ελπίδας. Οι ιστορίες που ζήσανε μέσα σε εκείνο το χρόνο ήταν απίστευτες, και μάθανε για τους ανθρώπους όσα δεν είχαν μάθει 10000 χρόνια. Κάθε μια ξεχωριστή , άλλες αστείες και άλλες δακρύβρεχτες που όμως όλες κατέληγαν σε πόνο, με ένα κομμάτι λειψό από τα πλευρά της Ψυχής.
...........................................................................................................................................................................
Όταν ανέβηκαν από το κάτω κόσμο οι δίδυμες, συνειδητοποίησαν πως κάτι είχε αλλάξει στο τοπίο και ειδικά στις μεγάλες πόλεις του κόσμου. Η Αμαρτίες είχαν πιάσει αμέσως δουλειά όπως φαίνεται. Ο ουρανός είχε χάσει το γαλάζιο χρώμα του και μέχρι τα κατώτερα στρώματα έφτανε γκριζωπός κρύβοντας ότι υπήρχε σε απόσταση. Και το βράδυ δεν υπήρχε κάποιο κόκκινο αστέρι που φώτιζε πάνω από την πόλη καλώντας για βοήθεια, αλλά η νυχτα δεν ήταν μαύρη μα ένα σκούρο αιματί χρώμα. Όπως είχε πει σωστά ο Πατέρας το παιχνίδι είχε ήδη χαθεί. Ήταν καιρός να βάλουν μπρος το σχέσιο του.
Σιγά σιγά και αθόρυβα γλίστρησαν μέσα στις πόλεις και στα χωριά ζητώντας βοήθεια από κάθε άνθρωπο της περιοχής. Στα χωριά που οι άνθρωποι ακόμα απολάμβαναν την ζωή το έργο του ήταν πιο εύκολο. Στις πόλεις όμως τα πράγματα σκούρυναν. Ο χρόνος ήταν λίγο και οι υποψήφιοι πολύ και δεν ήταν λίγες οι φορές που έπρεπε να κρίνουν επιφανειακά αν κάποιος άξιζε να "πάρει" ψυχή ή όχι. Δυστύχημα αν το κομμάτι έπεφτε σε λάθος χέρια, γιατί τότε ή πήγαινε άχρηστο σε κάποιον που δεν το χρησιμοποιούσε ή στην χειρότερη περίπτωση πήγαινε σε ανθρώπους που εξουσιάζονταν από τις Αμαρτίες οι οποίοι το μετέτρεπαν σε όπλο τρομερό για να κοροϊδεύουν ανθρώπους που είχαν πάρει το δικό τους κομμάτι ψυχής, με απώτερο σκοπό να τους το κλέψουν.
Μέσα σε ένα χρόνο οι δίδυμες γύρισαν όλο τον κόσμο και μοίραζαν ψυχές. Κάθε φορά που έφευγαν από ένα μέρος η Ψυχή ήταν και πιο λειψή. Από ένα σημείο και μετά, δεν είχε κουράγιο να κουβαλάει άλλο την Ελπίδα, και αναγκαστικά η Ελπίδα άρχισε να πατάει στα μικρά την ποδαράκια, κούτσα κούτσα. Συνέχιζε όμως να ξεκουράζει στην πλάτη της την Ψυχή που όλο και αδυνάτιζε και κουραζόταν. Ήταν μάλιστα κάποιες φορές που ήταν σε ημιλιποθυμη κατάσταση και ο χρόνος όλο και λιγόστευε, που η Ελπίδα περπατούσε με τα χέρια στο έδαφος έχοντας στην πλάτη την αδελφή της.......................
Το τέλος της ιστορίας των διδύμων ήταν τραγικό αλλά συνάμα λυτρωτικό.
Οι 7δυμες κάποια στιγμή κατάλαβαν το σχέδιο των δίδυμων και μετά την αρχική υστερία που τους έπιασε, άρχισαν να καταστρώνουν ένα σχέδιο αντίκρουσης, Γιατί βλέπετε, οι άνθρωποι που "πήραν" ψυχή απόχτησαν κάποιου είδους ανοσία σε κάποια από τα αμαρτήματα, πράγμα που δυσκόλευε το έργο των 7δυμων για παγκόσμια παρακμή και υποταγή στην χάρη τους.Και άσε που δεν τους άρεσε να μοιράζονται θέσεις και να υπάρχει οποιαδήποτε μορφή ανταγωνισμού...... Και όταν κατέληξαν περίμενα την κατάλληλη στιγμή........
Μια τελευταία πόλη. Αυτή είχε απομείνει και μετά μπορούσαν να γυρίσουν στο κέντρο της γης. Τα μικρά πόδια της ελπίδας με τον καιρό είχαν δυναμώσει από το πολύ περπάτημα. Τώρα πια μπορούσε να κουβαλάει με ευκολία στην πλάτη της την Ψυχή που δεν είχε μείνει τίποτα από αυτήν παρά κάποιες σάρκες κολλημένες πάνω σε έναν δυσανάλογο σκελετό. Μια ακόμα όμως μεταμόρφωση και όλα θα είχαν το τέλος τους. Τέλος στον πόνο τους, τέλος και στα βάσανα των ανθρώπων. Με μια βαθιά ανάσα οι γερασμένες από την κακουχία αδερφές μεταμορφώθηκαν σε 2 αποστεωμένα παιδάκια που ζητούσαν τροφή και νερό από τους περαστικούς.Τα παιδάκια κοίταξαν τον ουρανό πιστεύοντας ότι είναι η τελευταία φορά που θα τον αντίκριζαν. Ήταν μέρα αλλά μια γκρι μουντίλα απλωνόταν σε όλο το μήκος του. Φθάνοντας λίγο έξω από την κεντρική αγορά, κράτησαν για λίγο τα χέρια ενωμένα και είπαν να χαθούν μέσα στο πλήθος. Αμ δε!!!
Μπαίνοντας στην κύρια αγορά παρατήρησαν ότι ο κόσμος δεν βρισκόταν σε μια διάσπαρτη χαοτική κίνηση, όπως πάντα ήταν, προσπαθώντας ο ένας να προσπεράσει τον άλλον "βιαζόμενοι" να φτάσουν κάπου. Είχαν παραταχθεί όλοι κυκλικά απέναντι από την είσοδο και κοιτούσαν απολιθωμένοι τα δυο παιδάκια. Στα χέρια τους κρατούσαν μαχαίρια, πριόνια και κάθε λογής εξάρτημα που τους διευκόλυνε να ασκούν το επάγγελμα τους.............Το απολιθωμένος πλήθος άρχισε να ξεμαρμαρώνει και να προχωράει με άναρθρες κραυγές προς το μέρος των παιδιών. Η Ψυχή τότε σκούντισε την Ελπίδα προς τα πίσω και την φώναξε να τρέξει όσο πιο γρήγορα μπορούσε και να κρυφτεί....
Λίγες ώρες πριν φτάσουν οι δίδυμες στην πόλη οι 7 δυμες γυρνούσαν μέσα στην αγορά κάνοντας παζάρια. Σε κανέναν δεν έταξαν λεφτά ή αιωνιότητα.Κάτι πολύ πιο ευτελές. Τους υποσχέθηκαν ότι για το υπόλοιπο τις ζωής τους όλα τα αμαρτήματα τους θα μέναν ασυγχώρητα και οι πόθοι τους θα παρέμενα συνεχώς ικανοποιημένοι. Απλώς να κομματιάζαν τα 2 ξένα παιδιά που θα εμφανιζόντουσαν σε λίγες ώρες στην αγορά. Έπειτα τα κομμάτια έπρεπε να τα βάλλουν μέσα σε ένα βαρέλι που ήταν φτιαγμένο από χρυσάφι και διαμάντια και να το παραδώσουν στο παλάτι των 7διμων. Όλοι ανεξαίρετος παρατάχθηκαν περιμένοντας μπας και τους ξεφύγει η είσοδος των παιδιών, και έτσι με κομμένη την ανάσα παρέμειναν για ώρες.
Λίγο πριν το λιντσάρισμα της, η Ψυχή έπεσε στα γόνατα παραδομένη περιμένοντας το άδοξο τέλος της. Για 20 λεπτά ένιωθε τα αιχμηρά αντικείμενα να τρυπάνε το μικροσκοπικό κορμί της κόβοντας άτσαλα κομμάτια από τον αυτό της. Όταν δεν έμεινε τίποτα ζωντανό άρχισαν να μαζεύουν σε εκστατική κατάσταση τα κομμάτια, τοποθετώντας τα μέσα στο χρυσό κοφίνι. Αλλά ήταν τόσα πολλά τα άτομα και διπλάσια τα ποδάρια τους, που ένα κομμάτι από την Ψυχή πατήθηκε μέσα στο χώμα σκεπάστηκε και ξεχάστηκε.....
Η Ελπίδα σε κατάσταση αλλοφροσύνης έψαχνε μάταια να κρυφτεί κάπου που δεν θα την έβρισκαν. Έφτασε στο ψηλότερο σημείο της πόλης και κρύφτηκε μέσα στη δεξαμενή της ύδρευσης. Και δεν ξαναβγήκε ποτέ από εκεί......
Το κομμάτι από την σάρκα της Ψυχής το πήρε η μάνα της, και το έκαψε μέσα στα στήθια της. Η σκόνη που απέμεινε, την φύσηξε στο άνεμο και της μήνυσε να πάει σε όλο τον κόσμο και να καθίσει σε όλα τα νεογέννητα. Από εδώ και στο εξής όλοι θα γεννιούνται με ψυχή αλλά θα είναι τόσο μικρή που θα πρέπει να την μεγαλώνουν παράλληλα μ' αυτούς αλλιώς θα τους είναι άγνωστη. Το νερό από την δεξαμενή πότισε το χώμα, τους ανθρώπους, διέσχισε ρυάκια, ποτάμια και έφτασε μέχρι την θάλασσα. Μέχρι να εξαφανιστεί και το τελευταίο ίχνος από το σώμα της Ελπίδας πέρασε αρκετός καιρός , αρκετός ώστε να πάει παντού και να τα ομορφύνει όλα. Τώρα πια όσοι ήθελαν μπορούσαν να βρίσκουν ελπίδα στο κάθε τι.
Οι αδερφές ποτέ δεν γύρισαν στο κάτω κόσμο αλλά έμεινα για πάντα ενωμένες στο επάνω, απαραίτητες η μία για την άλλη, για να ζήσουν οι άνθρωποι αληθινά. Ο όχλος που τις δολοφόνησε έγινε από τους χειρότερους δυνάστες του πλανήτη, αυτοκράτορες, και αρχηγοί αιμοδιψών φυλών, που αυτοί ή οι απόγονοι τους, προκάλεσαν εκατοντάδες μάχες, πολέμους μικρούς και μεγάλους. Το κοφίνι παραδόθηκε στο παλάτι αλλά ποτέ δεν ανοίχτηκε από τις αδερφές για διάφορους λόγους, αλλά κυρίως γιατί φοβόντουσαν τι μπορούσε να εμφανιστεί από μέσα. Το θάψαν κάτω από τόνους άμμου σε μια έρημο που αργότερα έγινε τόπος ανάπαυσης μεγάλων ανθρώπων που πίστευαν ότι εκεί θα παρέμενε η ψυχή τους μέχρι να έρθει η ώρα να ξαναζωντανέψουν. Η τελευταία πόλη καταστράφηκε από τον όχλο λίγο πριν αυτός διασπαστεί στις 4 γωνιές της γης.
Ακόμα μέχρι σήμερα ο ουρανός είναι γκρι και οι νύχτες κόκκινες στις μεγάλες πόλεις. Απλώς τώρα τις έχουν επιστημονικές ονομασίες και πιστεύουν ότι προκαλούνται από την μόλυνση και όχι από τις ανάγκες και επιθυμίες των ανθρώπων. Πόσο λάθος έχουν......